ἐσφαλμένοι

ἐσφαλμένοι
σφάλλω
make to fall
perf part mp masc nom/voc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • Αφροδίτη — I Η θεά του έρωτα στην αρχαία ελληνική μυθολογία. Συμβόλιζε το ένστικτο και τη ζωική δύναμη της αναπαραγωγής και της γονιμότητας. Ο Ησίοδος, στη Θεογονία, την παρουσιάζει να γεννιέται από τους αφρούς των κυμάτων, ύστερα από τη γονιμοποίηση του… …   Dictionary of Greek

  • μισθάργος — και μισθαργός και μισταργός και μισθεργός, ὁ (Μ) 1. μισθωτός υπηρέτης 2. υβριστ. μισθοφόρος. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. μισθεργός < μισθός + εργός (< ἔργον), απ εργός πρβλ. κωλυσι εργός. Οι τ. μισθαργός, μισθάργος, μισταργός είναι ιδιωματικοί και πιθ.… …   Dictionary of Greek

  • μυρμηδών — μυρμηδών, ὁ (Α) 1. φωλιά μυρμηγκιών, μυρμηγκοφωλιά 2. (κατά τόν Ησύχ.) «μυρμηδόνες οἱ μύρμηκες ὑπὸ Δωριέων». [ΕΤΥΜΟΛ. Οι τ. μυρμηδών «μυρμηγκοφωλιά» και μυρμηδόνες «μύρμηκες υπό Δωριέων» παραδίδονται από τον Ησύχιο και συνδέονται με τον τ. μύρμηξ …   Dictionary of Greek

  • ολβάχιον — ὀλβάχιον και ὀλβάχνιον και ὄλεχον, τό, και ὀλβακήϊα, ἡ (Α) (κατά τον Ησύχ.) «πλεονάζουσι δὲ τὸ β Συρακούσιοι ὡς ἐπὶ τοῡ ὀλβάχνιον, ὀλάχνιον γάρ ἐστι τὸ ἀπαθὲς τὸ τὰς οὐλὰς ἔχον σημαίνει δὲ τὸ κανοῡν (κάνιστρον) ἐν ᾧ ἀπετίθεντο τὰς οὐλάς». [ΕΤΥΜΟΛ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”